Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Παλαιοχώρι Συρράκου. Απολαύστε τα video





Απολαύστε τα video






















Το Παλαιοχώρι είναι ορεινό κτηνοτροφικό χωριό του νομού Ιωαννίνων. Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 650 έως 1050 μέτρων στις πλαγιές των Τζουμέρκων. Ανήκει στον δήμο Βορείων Τζουμέρκων και σύμφωνα με την απογραφή του 2001 έχει πραγματικό πληθυσμό 143 κατοίκους.













Γεωγραφικά στοιχεία 
Το Παλαιοχώρι Συρράκου είναι χτισμένο σε δυο αντικριστές πλευρές των κορυφογραμμών Κύρκου και Τσάρκου (2.048 m) του όρους Λάκμος από την μια και Λαπάτων (1.333 m) από την άλλη, στην ευρύτερη περιοχή των Τζουμέρκων.Διασχίζεται από δύο χειμάρρους. Ο ένας ξεκινά από τη Σαλατούρα και με κατεύθυνση βορειοανατολική καταλήγει στον Άραχθο. Ο άλλος, με το όνομα Μαυρολάγκαδο, κινείται νοτιοδυτικά και καταλήγει στον Καλαρρύτικο, που χύνεται και αυτός από άλλο σημείο στον Άραχθο. Τους δυο όγκους, και κατ επέκταση τα δύο μέρη του χωριού, συνδέει το διάσελο του Πριαβόλου και της Σαλατούρας (820 m).
Ιστορικά στοιχεία Το χωριό κατά την Τουρκοκρατία, και μέχρι το 1880, αποτελούσε ενιαία κοινότητα με το σημερινό Συρράκο, που υπάγονταν μαζί με τα άλλα γειτονικά χωριά στην επαρχία Μαλακασίου. Το Παλαιοχώρι χωρίστηκε από το Συρράκο το 1880 επί άρχοντα Γούλα Αναστασίου Τοπάλη (Γούλα Τάσιου), παρά τις επίμονες αντιρρήσεις των Συρρακιωτών που δεν ήθελαν το χωρισμό. Τα όρια των δύο κοινοτήτων μπήκαν στην κορυφή του Τσάρκου-Πρίζας-Πλίνου. Η παράδοση φέρνει ως κοιτίδα του Συρράκου το σημερινό Παλαιοχώρι[εκκρεμεί παραπομπή]. Η άμεση σχέση φαίνεται από τον τρόπο ζωής, τα ήθη και τα έθιμα, τα δεκάδες τοπωνύμια με τα Συρρακιώτικα και τα Παλαιοχωρίτικα ονόματα και από την κοινή βλάχικη γλώσσα. Το Παλαιοχώρι απελευθερώθηκε από τους Τούρκους στα τέλη του 1912, όταν αντάρτικο ευζωνικό σώμα Κρητών με αρχηγό το λοχαγό Τρυπογιώργο έδιωξε τους κατακτητές από το φυλάκιο της Τρίκας και τους κυνήγησε ως τη γέφυρα του Παπαστάθη στον Άραχθο ποταμό.











Δραστηριότητες
Οι Παλαιοχωρίτες φιλοξενοι άνθρωποι και καλοί γλεντζέδες έχουν αρκετά πανηγύρια. Ξεκινάνε με του Αϊ Γιώργη όπου μετά τη λειτουργία ακολουθεί έξω από το εκκλησάκι ημερήσιο πανηγύρι. Ακολουθεί στις 20 Ιουλίου το πανηγύρι του Αϊ Λιά (βραδυνό). Παλαιότερα μέχρι το 1995, μετά την λειτουργία στο μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου), γίνονταν πανηγύρι χωρίς όργανα, στο οποίο τραγουδούσαν οι Παλαιοχωρίτες που συμμετείχαν και δίνονταν γίδα βραστή δωρεά του παπα Φασούλη. Ακολουθεί το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου που διαρκεί δύο μέρες 14 και 15 Αυγούστου. 14 βράδυ στο πνευματικό κέντρο, 15 πρωί ημερήσιο στον Πριάβολό όπου δίνεται δωρεάν γιδα βραστή και 15 βράδυ πάλι στο πνευματικό κέντρο. Τελευταίο πανηγύρι στις 8 Σεπτεμβρίου το <<Μαχούστι>>.












Ο Λάζαρος, τα λαζαρούδια στο Παλαιοχώρι Συρράκου.



Το Πάσχα έφθανε στο Παλαιοχώρι μαζί με τη πρώτη άνοιξη. Οι διακοπές του Πάσχα άρχιζαν το Σάββατο του Λαζάρου. Αυτή η τελευταία μέρα ήταν μέρα χαράς και περιπέτειας ταυτόχρονα. Ηταν προανάκρουσμα Λαμπρής. Τα παιδιά έπρεπε κατά το έθιμο να πουν τα κάλαντα του Λαζάρου.

Η μέρα αυτή ήταν η τελευταία μιας προσπάθειας που είχε αρχίσει δύο ή και τρείς εβδομάδες νωρίτερα.

Πρώτα έπρεπε να βρεθεί ο σύντροφος. Κατάλληλος σύντροφος θεωρούνταν εκείνος που μπορούσε να εξασφαλίσει κυπριά στο δίδυμο. Οποιος τα είχε, εύκολα εύρισκε παρέα. Μετά απαιτούνταν μια πλατιά ορθογώνια σανίδα από την οποία κρεμούσαν τα κυπριά. Στο κάτω μέρος της σκάλιζαν μια υποδοχή που εφάρμοζε πάνω σε ένα κοντάρι κατά προτίμηση από ξύλο κρανιάς με μικρό πάχος, που επέτρεπε το σείσιμο της σανίδας και των κουδουνιών ταυτόχρονα. Απαιτούνταν και ένα καλάθι που και αυτό ήταν δυσεύρετο στο Παλαιοχώρι.











Τρείς μέρες πιο πριν εντείνονταν οι προετοιμασίες των παιδιών. Δεν ήταν λίγες οι φορές που την τελευταία στιγμή έσπαγε η συμφωνία και άλλαζαν τα ζευγάρια.

Εκαναν λοιπόν πρόβες στα τραγούδια, έπρεπε να τα ξέρουν όλα, για να αντιμετωπίσουν κάθε απαίτηση. Δεν ήταν και λίγα τα τραγούδια που έπρεπε να ξέρουν. Το τελευταίο βράδυ το δίδυμο κοιμόταν στο ίδιο σπίτι, για να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος το πρωί-οι αποστάσεις στο Παλαιοχώρι ήταν πάντα μεγάλες- για να εκπονηθούν τα τελευταία σχέδια και να γίνουν τα όνειρα από κοινού.
Κρεμούσαν λοιπόν από τη σανίδα τα κυπριά, κατά προτίμηση με διπλή γλώσσα, για να είναι πιο γλυκός και πιο δυνατός ο ήχος. Το καλάθι στολίζονταν απαραίτητα με δάφνη, μπορούσε να έχει όμως άνθη κερασιάς, αχλαδιάς, κουτσουπιάς, θύμιζε επιτάφιο. Ενα σημείο τριβής ήταν πάντα το ποιος θα κρατάει τα κυπριά .

Το καλάθι ήταν λιγότερο τιμητικό. Πριν ακόμη χαράξει η μέρα το ζευγάρι ξεκινάει το οδοιπορικό του. Πρέπει να περάσει από όλα τα νοικοκυριά του χωριού. Να πάει στα τέσσερα σημεία του χωριού και του ορίζοντα (Γιαλί, Ρίγανη, Αγρίδι, Φκας, Βίνιτσα, Μαυρέσης)με ό,τι συνεπάγεται αυτό, δηλ ατέλειωτο ποδαρόδρομο από το πρωί μέχρι το βράδι. Και είχε να αντιμετωπίζει και τον ανταγωνισμό των άλλων ζευγαριών.
Αφού το ζευγάρι λοιπόν πλησιάσει το σπίτι, χτυπάει τα κυπριά, για προειδοποίηση, στη συνέχεια καλημερίζει και εύχεται για την ημέρα. Ζητά να του δώσουν παραγγελία το τραγούδι που θέλει ο νοικοκύρης. Λέγεται το τραγούδι του Λαζάρου( σήμερα είναι η έγερση) ή του Χριστού(σήμερα μαύρος ουρανός) και μετά τα επαινετικά τραγούδια ή μόνον κάποιο από τα επαινετικά.









Αν στο σπίτι υπήρχε ανύπανδρο κορίτσι λέγονταν το τραγούδι(φίον-φίον όμορφη),για το παληκάρι του σπιτιού λέγονταν το (παληκαρίτσι μ όμορφο), για τον αφέντη του σπιτιού το (αφέντη-αφεντάκη μου),για το παιδί της σχολικής ηλικίας λέγονταν το (ένας μικρός μικρούτσικος, μικρός και χαιδεμένος), ενώ για τα βρέφη λέγονταν το (ένας μικρός μικρούτσικος μικρός στη σαρμανίτσα), για την Παναγία το (κάτω στο Δαφνοπόταμο),για τον ξενητεμένο το (ξενιτεμένο μου πουλί),για το νοικοκύρη (σε αυτό το σπίτι το ψηλό).
Υπήρχε επίσης και τραγούδι για τον παπά. Υπήρχε και τραγούδι για τη νοικοκυρά που θα έδιωχνε τα παιδιά(κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά σκαφιδομ.) Απειλούσαν τα παιδιά στις συζητήσεις τους, μέσα στην παιδική τους αφέλεια ότι θα το πούν, ποτέ δεν χρειάστηκε, γιατί οι πόρτες όλων ήταν πάντα ανοιχτές.
Το κέρασμα ήταν το έθιμο να είναι ή αυγά άβαφα ή χρήματα, συνήθως πενηνταράκι ή δραχμή, σπάνια δίφραγκο. Τα χρήματα ή τα αβγά τοποθετούσε στο καλάθι ο ίδιος ο νοικοκύρης. Αυτή ήταν η διαδικασία.
Μόλις συγκεντρώναμε από μια δραχμή τρέχαμε να την εξαργυρώσουμε αγοράζοντας χαλβά στο χάνι στην Τρίκα στον μπαρμπα Γ. Μπότη ή στη Σαλατούρα στο μπάρμπα Γ. Ποτσίκα.ή στη Βίνιτσα στο μπάρμπα Β. Ποτσίκα.
Ηταν και αυτό ένα όνειρο που μπορούσε να εκπληρωθεί εκείνη την ημέρα. Οργώναμε λοιπόν όλο το χωριό. Ορισμένοι μερικές φορές πήγαιναν, αν είχαν συγγενείς και σε διπλανά χωριά, Κράψη, Ποτιστικά, Προσήλιο.
Οταν κατάκοποι κάναμε τον απολογισμό συνήθως αναλογούσαν στον καθένα 15 αυγά -που θα βάφονταν κόκκινα για τη Λαμπρή και 7-8 δραχμές.
Ο Λάζαρος «ήταν αντρική υπόθεση» .Υπήρχαν όμως και κάποια τολμηρά κορίτσια (πχ Ελένη Ποτσίκα-Ντόκα )που έλεγε το Λάζαρο με τον αδελφό της Κώστα.
Τα Λαζαρούδια ήταν ένα μεγάλο γεγονός για τον μικρόκοσμο του χωριού μας. Και έτσι έχει καταγραφή στη θύμηση μας. Ζήσαμε τη ζωή μας έχοντας κρατήσει μέσα μας ,σε όλες τις ηλικίες, τα παιδιά που ήμασταν. Το Σάββατο του Λαζάρου ήταν ένα προανάκρουσμα της μεγάλης Γιορτής.
Η περίπτωση του Λάζαρου είναι πιο ανθρώπινη από τη θεϊκή ανάσταση του Χριστού, για αυτό ο λαός μας την πρόσεξε ιδιαίτερα. Για αυτό κάνουμε και εμείς αυτή την προσπάθεια να μη ξεχάσουμε ούτε τα γεγονότα ούτε αυτά τα τραγούδια.

Μασόντρα - χορτόπιτα από το Παλαιοχώρι Συρράκου














Μασόντρα, η βλάχικη ονομασία της λαχανόπιτας (όπως λένε στην Ήπειρο την χορτόπιτα) με καλαμποκάλευρο. Μια πίτα από το Παλαιοχώρι Συρράκου, πρωτότυπη και εύκολη ως προς την κατασκευή της και φυσικά πεντανόστιμη !!!

~ Υλικά
Για το χυλό
3 φλυτζάνια τσαγιού καλαμποκάλευρο
1 γιαούρτι αγελάδος 3.5%
3 κ. σ ελαιόλαδο
2 1/2 φλυτζάνια τσαγιού νερό 
1 αυγό
αλάτι, πιπέρι


Για τη γέμιση
1 κιλό σπανάκι
2 πράσα
1 ματσάκι φρέσκα κρεμμύδια
1 ματσάκι λάπαθα
1 ματσάκι άνηθος
1 αυγό
200 ml ελαιόλαδο
250 γρ. τυρί φέτα
αλάτι 
πιπέρι



Λαδώνουμε και ρίχνουμε λίγο καλαμποκάλευρο στο ταψί μας...


Πλένουμε καλά το σπανάκι, το ψιλοκόβουμε και το στραγγίζουμε καλά ώστε να μην έχει υγρά και προσθέτουμε τα ψιλοκομμένα μυρωδικά, τη  τριμμένη φέτα, το αυγό και το λάδι.
Λαδώνουμε ένα ταψί 40 εκ. ρίχνουμε λίγο καλαμποκάλευρο και στρώνουμε το μισό χυλό σε μια πολύ λεπτή στρώση.
Βάζουμε από πάνω τη γέμιση, τη πατάμε με τη παλάμη μας για να γίνει επίπεδη και στη συνέχεια στρώνουμε τον υπόλοιπο χυλό ώστε να καλυφθούν τα χόρτα. Ραντίζουμε με λίγο ελαιόλαδο και ρίχνουμε 2 κ. σ. καλαμποκάλευρο βροχηδόν.
Ψήνουμε την πίτα για 1 ώρα στους 200 βαθμούς, μέχρι να ροδίσει.


Ψημένη μασόντρα.


Σερβίρουμε τη μασόντρα με γιαούρτι και καλή σας όρεξη!!!