Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Τρείς Σουλιώτισσες Ηρωίδες. Μόσχω Τζαβέλλα, Δέσπω Μπότση, Λένω Μπότσαρη

ΤΡΕΙΣ ΣΟΥΛΙΩΤΙΣΣΕΣ ΗΡΩΙΔΕΣ του Αυγερινού Ανδρέου

Οι Σουλιώτισσες συνόδευαν τους άνδρες στον πόλεμο. Μετέφεραν τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια και στην ανάγκη πολεμούσαν μαζί τους. Εάν κάποιος Σουλιώτης δείλιαζε ήταν αυτές που τον προσέβαλλαν με ύβρεις και φώναζαν ότι είναι ανάξιος να έχει ή να εύρει γυναίκα. Πολλές φορές του αποσπούσαν βίαια τα όπλα, ως ανάξιο να τα φέρει. Ήταν κατ' έναν τρόπο η Σουλιώτισσα υπεύθυνη της δειλίας του ανδρός της και ετιμωρείτο γι' αυτή!

Η γυναίκα του δειλού έπαιρνε νερό στη βρύση τελευταία πάντοτε και μπορούσε να σταματήσει το κακό «δυοίν θάτερον». Ή να τον εγκαταλείψει ή να τον πείσει να υπερβεί εαυτόν δι' ενός σπουδαίου ανδραγαθήματος. Το θέρος του 1792, για μια ακόμη φορά ο αιμοβόρος Αλή πασάς των Ιωαννίνων, εξέδραμε κατά του Σουλίου. Είχε λησμονήσει την ήττα του 1791. Τον Ιούλιο του 1792, 400 Σουλιώτες με αρχηγό τον Γιώργη Μπότσαρη (παππού του Μάρκου) κατενίκησαν τους Τούρκους και σκότωσαν 3.000 απ' αυτούς. Στη μάχη διακρίθηκαν πολλές γυναίκες και μικρά παιδιά κι είπαν στον τύραννο: «Δεν είν' εδώ το Χόρμοβο, δεν είν' η Λαμποβίτσα, / εδώ είν' το Σούλι το κακό, εδώ είν' το Κακοσούλι, / που πολεμούν μικρά παιδιά, γυναίκες σαν τους άνδρες, / που πολεμάει η Τζαβέλαινα σαν άξιο παλικάρι.». Τις όμως η Τζαβέλαινα; Η τόσο ανδρεία και φημισμένη Τζαβέλαινα ήταν η γυναίκα του ηρωικού αρχηγού των Σουλιωτών Λάμπρου Τζαβέλλα, η θρυλική Μόσχω Τζαβέλλα, μάνα του Φώτου Τζαβέλλα και γιαγιά του Κίτσου Τζαβέλλα (ήρωα της επαναστάσεως του 1821 και Πρωθυπουργού) και της Φωτεινής Τζαβέλλα (την οποία παντρεύτηκε ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, γιος του Γέρου του Μοριά).
Τη δράση της Μόσχως Τζαβέλλα τραγούδησε ο ποιητής λαός: «Κοπέλες απ' τα Γιάννινα, νυφάδες απ' το Σούλι / τα μαύρα να φορέσετε, στα μαύρα να ντυθείτε. / Το Σούλι θα χαρατσωθεί, χαράτσι θα πληρώσει. / Τζαβέλαινα σαν τ' άκουσε βαριά της κακοφάνη. / Παίρνει και ζώνει το σπαθί και βάνει το ντουφέκι. / Παίρνει μολύβια στην ποδιά, στερνάρια στο ζωνάρι, / και κάνει δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια. / - Άιστε, παιδιά Σουλιώτικα, παιδιά Σουλιωτοπαίδια». Η ατρόμητη Μόσχω είχε σπάσει με μια αξίνα τρία κιβώτια φυσιγγίων, γέμισε με αυτά την ποδιά της, άρπαξε ένα σπαθί κι ένα τουφέκι και όρμησε κατά των Αλβανών. Στις αρχές του Δεκεμβρίου 1803 το Σούλι έπεσε. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1803 υπεγράφη η Συνθήκη παράδοσης, διά της οποίας οι Σουλιώτες ένοπλοι θα μπορούσαν να μεταβούν όπου ήθελαν. Ο Αλή, παρασπονδήσας (ως συνήθως) επιχείρησε να εξοντώσει τους επιζήσαντες Σουλιώτες. Στο χωριό Ρινιάσα, μεταξύ Πρέβεζας και Άρτας, κατέφυγε μικρό τμήμα Σουλιωτών από 78 ψυχές.
Στις 23 Δεκεμβρίου 1803 κατέφθασαν στίφη Αλβανών και άλλους Σουλιώτες κατέσφαξαν, άλλους αιχμαλώτισαν. Εκεί βρέθηκε και η οικογένεια του Γεωργάκη Μπότση, ο οποίος απουσίαζε. Η ηρωική γυναίκα του Δέσπω κλεισθείσα σε έναν πύργο (στον Κούλα του Δημουλά), προέβαλε σθεναρή αντίσταση, μαζί με δέκα νύφες θυγατέρες και εγγονές της. Όταν είδε ότι η κατάσταση έγινε μη αντιμετωπίσιμη, ρώτησε όλες, αν προτιμούν τη σκλαβιά από τον τίμιο θάνατο. Όλοι ζήτησαν τον θάνατο. Μάζεψε τότε η Δέσπω όλο το μπαρούτι στο μέσον, έθεσε πυρ σ' αυτό και κάηκαν όλοι.
Ο στιχουργός λαός συνέθεσε το παρακάτω τραγούδι για τη Δέσπω, το οποίο κατά τον Ακαδημαϊκό Κώστα Ρωμαίο είναι το καλύτερο του Σουλιώτικου κύκλου: «-Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά τουφέκια πέφτουν. / Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι; / Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι. / Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ' αγγόνια. / Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο. / «Γιώργαινα, ρίξε τ' άρματα, δεν είν' εδώ το Σούλι. / Εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων». / «Το Σούλι κι αν προσκύνησε, κι αν τούρκεψεν η Κιάφα, / η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε, δεν κάνει». / Δαυλί στο χέριν άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει: / «Σκλάβες Τουρκών μη ζήσωμε, παιδιά μ', μαζί μου ελάτε». / Και τα φυσέκια ανάψανε κι όλοι φωτιά γενήκαν".

Τμήμα Σουλιωτών, αποτελούμενο από 1.148 ψυχές, με αρχηγό τον Κίτσο Μπότσαρη, κινήθηκε προς την Άρτα και εν συνεχεία εγκαταστάθηκε για λίγες ημέρες στο Βουργαρέλι. Στις 22 Δεκεμβρίου 1803 εγκαταστάθηκε στο Μοναστήρι του Σέλτσου, κοντά στον Αχελώο ποταμό. Στις 16 Απριλίου 1804 οι Σουλιώτες περικυκλώθηκαν από όλα τα μέρη και αποκόπηκαν από το μοναστήρι, τη μόνη θέση όπου θα μπορούσαν να οχυρωθούν και να κρατήσουν ακόμη.
Εκεί που βρίσκονταν δεν απέμενε πλέον σ' αυτούς παρά να πεθάνουν γενναίως μαχόμενοι. Έπιπταν κατά δεκάδες υπό τα βλέμματα κι τις κραυγές των γυναικών, οι οποίες, προ του φρικώδους θεάματος, το οποίο παρακολουθούσαν από το ύψος του μοναστηριού, αντιλήφθηκαν ότι έπρεπε μόνες τους να φροντίσουν για τον εαυτό τους. Όλες σπεύδουν ταχύτατα στο χείλος των απότομων βράχων, κάτω από τους οποίους ρέει ο Ασπροπόταμος, αποφασισμένες να γκρεμισθούν στα νερά του ποταμού. Αμύνθηκαν με μαχαίρια, πέτρες και ξύλα. Πολλές εσφάγησαν επί τόπου. Περί τις 160 και κατ' άλλους 200 έφθασαν στο χείλος των βράχων και γκρεμίστηκαν με τα παιδιά τους. Από τους 1.148 Σουλιώτες που ήρθαν από το Βουργαρέλι στο Σέλτσο, κατόρθωσαν να σωθούν 55 και κατ' άλλους 80 άνδρες και 2 γυναίκες, οι οποίοι αποσύρθηκαν στην Πάργα με τον ατρόμητο αρχηγό τους Κίτσο Μπότσαρη. Μαζί τους και η θρυλική Λένω Μπότσαρη, κόρη του Κίστου, ανιψιά του Νότη, αδελφή του Γιάννη και του Μάρκου (του μετέπειτα μεγάλου Αρχηγού του Αγώνα). Πολέμησε γενναία στο Σέλτσο στο πλευρό του αδελφού της Γιάννη.
Αφού σκοτώθηκε ο Γιάννης, κατάφερε να φθάσει κοντά στο θείο της Νίκζα, που πολεμούσε κοντά στον Αχελώο. Πολεμώντας, λοιπόν, η Λένω γενναία, φόνευσε πολλούς Τούρκους. Ακολούθως, έχοντας περικυκλωθεί από πολλούς εχθρούς έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε, για να μην πέσει στα χέρια τους.Το τραγούδι της Λένως Μπότσαρη: «Όλες οι καπετάνισσες από το Κακοσούλι, / όλες την Άρτα πέρασαν, στα Γιάννινα τις πάνε, / σκλαβώθηκαν οι αρφανές, σκλαβώθηκαν οι μαύρες, / κι η Λένω δεν επέρασε, δεν την επήραν σκλάβα. / Μόν' πήρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια, / σέρνει τουφέκι σισανέ κι εγγλέζικα κουμπούρια, / έχει και στη μεσούλα της σπαθί μαλαματένιο. / Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι. / - Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου, / σέρνω φουσέκια στην ποδιά και βόλια στις μπαλάσκες. / - Κόρη, για ρίξε τ' άρματα, γλύτωσε τη ζωή σου. / - Τι λέτε, μωρ' παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια; / Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδερφή του Γιάννη, / και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια».

68

Αυγερινός Ανδρέου

Δεν υπάρχουν σχόλια: